απομυθοποιώ


απομυθοποιώ
απομυθοποιώ, απομυθοποίησα βλ. πίν. 73

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • απομυθοποιώ — αναιρώ τους μύθους που περιβάλλουν κάποιον ή κάτι, αφαιρώ την αίγλη, εκτιμώ τις πραγματικές του διαστάσεις …   Dictionary of Greek